προτιμυθέομαι
προτιμῡθέομαι, Ep. for προσμυθέομαι.
προτι·μυθέομαι, v. προσμυθέομαι.
προτιμυθέομαι, [ῡ], dor. statt προσμυθέομαι.
προτιμυθέομαι
[προτι-, προσ- 2.]
To speak to, address.
With acc. : ἑὸν υἱὸν προτιμυθήσασθαι Od. 11.143.