προφυλακίς
προφυλ-ᾰκὶς ναῦς, ἡ,
- look-out ship, Th. 1.117 (pl.).
προφυλακίς, ίδος [ῠᾰῐδ] adj. f. : ναῦς, Thc. 1, 117, vaisseau placé en vedette.
Étym. προφυλάσσω.
προφυλακίς, ίδος, ἡ, ναῦς, Wachtschiff, Thuc. 1.117 u. Sp.
προφυλακίς
- προφυλακὶς ναῦς, ἡ, a look-out ship, Thuc. from προφύλαξ (ῠ)