προφυλακτήριον
προφυλακτήριον, outpost, guard
προφυλ-ακτήριον, τό,
- outpost, guard, Hsch. s.v. φρούριον, Tz. H. 7.147.
προφυλακτήριον, ου (τὸ) [ῠ] précaution, Bas.
προφυλακτήριον, τό, Erkl. von φρούριον, Hesych. u. Sp.