Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προχειράριος
προχειράριος, amanuensis
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προφύομαι
προφύραμα
προφυράω
προφυρητός
προφυσία
προφύσιον
πρόφυσις
προφυτεύω
προφύω
προφώγνυμι
προφωνέω
προχάζομαι
προχάζω
προχαίνω
προχαίρω
προχαλάω
προχαλκεύω
προχάνη
προχάραγμα
προχαράσσω
προχαράττω
προχαρής
προχαρίζομαι
Προχαρισία
προχάρισμα
προχαριστήρια
προχειλίδιον
πρόχειλος
προχειμάζω
προχείμασις
προχειράριος
προχειρέω
προχειρίζω
προχείριον
προχείρισις
προχειρισμός
προχειριστέον
προχειρογράφος
πρόχειρον
προχειρόομαι
πρόχειρος
προχειρότης
προχειροτονέω
προχειροτονία
προχειρουργέω
προχειροφόρος
προχειρόω
προχείρως
πρόχευμα
προχεύω
προχέω
προχθές
προχθεσινός
προχία
προχλιαίνω
πρόχλωρον
πρόχλωρος
πρόχνυ
προχοά
προχοαί
προχοή
…
προχειράριος
Save
προχειράριος, amanuensis
LSJ
προχειρ-άριος, ὁ, =
amanuensis,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}