προπαρατέλευτος
προπαρατέλευτος, antepenultimate
προπαρα-τέλευτος, ον,
- antepenultimate: ἡ π. (sc. συλλαβή), = ἡ προπαραλήγουσα, Gloss.
προπαρατέλευτος, vor dem vorletzten ; ἡ προπ., sc. συλλαβή, die vorvorletzte, drittletzte Silbe, wie προπαραλήγουσα, Gramm.