Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρᾷον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πράμος
πρᾶν
πράν
πρανής
πρανίζω
Πράνιχος
πρανόν
πρανόω
πρανώ
Πραξαγόρα
Πραξαγόρας
πρᾶξαι
πραξείδιον
Πραξίας
Πραξιδάμας
Πραξιδίκη
πραξιεργίας
Πραξιεργίδαι
Πραξιθέα
Πραξικλῆς έους
πραξικοπέω
Πράξιλλα
Πραξίλλειον
Πραξίλλειον μέτρον
πράξιμος
Πραξινόα
πρᾶξις
Πρᾶξις
Πραξίτας
Πραξιτέλης
πρᾷον
πραόνως
πραοπαθέω
πρᾳοπαθέω
πρᾶος
πρᾷος
Πρᾶος
πραότης
πρᾳότης
πραπίδες
πραπίς
Πραράτιος
Πρᾶς
πρασεά
πρασεῖος
πρασιά
πρασιάζω
Πρασιαί
πρασιανός
Πρασιὰς λίμνη
πρασίζω
πρασιή
πράσιμος
πρασίμοχθος
πρασινίζω
πρασινοειδής
πράσινος
πρασινώδης
Πράσιοι
πράσιον
πράσιος
…
πρᾷον
Save
Bailly 2024
πρᾷον,
neutre
ou
acc. masc. de
πρᾷος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}