πράσιος
πράσιος, light-green (like leeks)
πράσιος2, horehound, Marrubium vulgare (= πράσιον)
πράσιος [ᾰ], ον,
- = πράσινος, Pl. Ti. 68c; στολή D.C. 79.14; οἱ π., = πράσινος 3, Id. 73.4; vomitus, Cael.Aur. CP 3.20; (sc. lapis) = πρασῖτις, Plin. HN 37.113.
πράσιος (B), [ᾰ], ἡ,
- = πράσιον, horehound, Marrubium vulgare, Nic. Th. 550. [Supp.]
πράσιος, ος, ον [ᾰ] c. πράσινος, Plat. Tim. 68c, etc.
Étym. πράσον.
πράσιος, = πράσινος, Plat. Tim. 68c u. Sp.