Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρασεῖος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πραξιδάμας
Πραξιδίκη
πραξιεργίας
Πραξιεργίδαι
Πραξιθέα
Πραξικλῆς έους
πραξικοπέω
Πράξιλλα
Πραξίλλειον
Πραξίλλειον μέτρον
πράξιμος
Πραξινόα
πρᾶξις
Πρᾶξις
Πραξίτας
Πραξιτέλης
πρᾷον
πραόνως
πραοπαθέω
πρᾳοπαθέω
πρᾶος
πρᾷος
Πρᾶος
πραότης
πρᾳότης
πραπίδες
πραπίς
Πραράτιος
Πρᾶς
πρασεά
πρασεῖος
πρασιά
πρασιάζω
Πρασιαί
πρασιανός
Πρασιὰς λίμνη
πρασίζω
πρασιή
πράσιμος
πρασίμοχθος
πρασινίζω
πρασινοειδής
πράσινος
πρασινώδης
Πράσιοι
πράσιον
πράσιος
πρασιόω
πρᾶσις
πρασίτης
πρασίτης οἶνος
πρασῖτις
πρασοειδής
πρασόεις
πρασοκέφαλον
πρασοκουρίς
πρασόκουρον
πράσον
πρασόργη
πρασόσπερμον
πρασοφαγέω
…
πρασεῖος
Save
LSJ
πρᾰσεῖος, α, ον, f.l. for πράσινος,
Poll.
10.42.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}