πρασίμοχθος
πρασίμοχθος, ‘worn with toil’ (?)
πρασίμοχθος, ὁ, ἡ, corrupt in E. Fr. 998 (fort. περισσόμοχθοι).
πρασίμοχθος, [ᾱ], Pol. 5.106.4, aus Eur., v.l. πλησίμοχθος, woraus man τλησίμοχθος vermutet.
πρασίμοχθος, ‘worn with toil’ (?)