Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτερονόμος
πτερονόμος, plying the wings
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πτέρνιξ
πτερνίον
πτερνίς
πτέρνις
πτέρνισμα
πτερνισμός
πτερνιστής
πτερνοβατέω
πτερνοβάτης
Πτερνογλύφος
πτερνογλύφος
πτερνοκοπέω
πτερνοκόπις
πτερνοκοπίς
πτέρνος
Πτερνοτρώκτης
πτερνοτρώκτης
πτερνοφάγος
Πτερνοφάγος
πτεροβάμων
πτεροβόλος
πτεροδόνητος
πτεροδρομία
πτεροειδής
πτεροείμων
πτερόεις
πτερόιππος
πτεροκοπέω
πτέρομαι
πτερόν
πτερονόμος
πτεροποιέω
πτεροποίκιλος
πτερόπους
πτερορροέω
πτερορρυέω
πτερορρύησις
πτερορρύμσις
πτερότης
πτερόφοιτος
πτεροφόρας
πτεροφόρος
πτεροφυέω
πτεροφυής
πτεροφύησις
πτεροφυΐα
πτερόφυτος
πτεροφύτωρ
πτερόω
πτερυγίζω
πτερύγινος
πτερύγιον
πτερύγισμα
πτερυγοειδής
πτερυγοειδῶς
πτερυγόομαι
πτερυγοποίκιλος
πτερυγοτομέω
πτερυγοτόμος
πτερυγοτύραννος
πτερυγοφόρος
…
πτερονόμος
Save
πτερονόμος, plying the wings
LSJ
πτερο-νόμος, ον,
plying the wings,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}