πυλαϊστής Save Bailly 2024 Pape πυλαϊστής, οῦ (ὁ) [ῠ] c. πυλαιαστής, D. Chr. πυλαϊστής, ὁ, = πυλαιαστής, Suid.; vgl. Dio Orat. 77.