Πυληγενής Save LSJ Bailly 2024 Autenrieth Homer Middle Liddell Πῠληγενής, = Πυλοιγενής, h.Ap. 398, 424 codd., Euph. 63. Πυλη·γενής, ής, ές [ῠ] c. Πυλοιγενής, Hh. Ap. 398 ; Euph. fr. 59. Πυληγενής : see Πυλοιγενής. Πυληγενής = Πυλοιγενής.