Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πυραλλίς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πυππάζω
πύππαξ
πῦρ
πυρά
πυράγηρα
πυράγρα
πυραγρέτης
πυραγρέτης καρκίνος
πυράγρη
πυράζω
πύραθος
πυραίθει
πυραιθεῖον
πυραιθέω
πυραιθής
πύραιθοι
Πύραιθοι
πυραίθουσα
πυραίθω
πυράϊνος
Πυραίχμης
πυράκανθα
πυράκης
πυράκιος
πυράκμων
πυρακτέω
πυρακτόω
πυράκτωσις
πυραλίς
πυραλλίς
Πυραλλίς
πυράμη
πυραμητός
Πυράμια
πυραμιδικός
πυραμιδικῶς
πυραμιδοειδής
πυραμιδόω
πυραμικός
πυράμινος
πυραμίς
πυραμοειδής
πυραμός
Πύραμος
πυραμοῦς
Πύρανδρος
Πυράνθιος
Πυράσιοι
Πύρασος
πύραστρον
πυραυγέω
πυραυγής
πύραυνον
πύραυνος
πυραύστης
πυραυστουμόρος
πυραύστρα
πυράφλεκτος
πυρβόλος
πυρβρομολευκερέβινθον
πυργαλίδαι
…
Πυραλλίς
Save
Bailly 2024
Πυραλλίς,
ίδος
(
ἡ
) Pyrallis,
f.
Luc.
D. mer.
12, 1
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}