πωλητήρ
πωλ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- = πωλητής, Ph. 1.161; τοὶ π. τᾶν δεκατᾶν SIG 241.195 (Delph., iv. B.C.).
πωλητήρ, ῆρος (ὁ) vendeur, Hermipp. (Com. fr. 2, 416 ; var. πωλητήριος) ; Phil. 1, 161.
Étym. πωλέω.