πωλοδαμαστής
πωλοδαμαστής, horse tamer
πωλο-δᾰμαστής, οῦ, ὁ,
- = πωλοδάμνης, PMich.Zen. 71.4 (iii B.C.), D.S. 17.76.
πωλο·δαμαστής, οῦ [δᾰ] adj. m. c. πωλοδάμνης DS. 17, 76.
πωλοδαμαστής, ὁ, der Bändiger eines Fohlens, wie πωλοδάμνης, VLL.