πωλοδαμαστική Save LSJ Bailly 2024 πωλο-δᾰμαστική, ἡ, = πωλοδαμνική, St.Byz. s.v. Ἄχναι. πωλοδαμαστική, ῆς (ἡ) [δᾰ] c. πωλοδαμνική, E. Byz. vo Ἄχναι.