Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πωλιείτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πωγωνοφόρος
πωγωνώδης
πώεα
πωλάριον
πῶλε
πωλέεσκε
πωλεία
πώλειος
πωλέομαι
πωλέσκετο
πώλευμα
πώλευσις
πωλευτής
πωλευτικός
πωλεύω
πωλέω
πωλέ’
πώλη
πωλή
πώλημα
πώλης
πώλησις
πωληταί
πωλητήρ
πωλητήριον
πωλητής
πωλητικός
πωλητός
πωλήτρια
Πωλιανός
πωλιείτης
πωλικός
πώλιμος
πωλίον
πώλιον
Πώλιττα
Πωλίων
Πωλλιανός
πωλοδαμαστής
πωλοδαμαστική
πωλοδαμαστικός
πωλοδαμέω
πωλοδαμνέω
πωλοδάμνης
πωλοδαμνία
πωλοδαμνική
πωλοδαμνικός
πωλοκόμος
πωλομάχος
πῶλος
Πῶλος
πωλοτροφέω
πωλοτροφία
πωλοτροφική
πωλοτροφικός
πωλοτρόφος
πωλύπιον
πώλυπος
πωλύπος
πῶλυψ
Πωλώ
…
πωλιείτης
Save
LSJ
πωλιείτης, perh. for
πωλητής,
Sammelb.
5220.14.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}