Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πῆλε
LSJ
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πηδητής
πηδητικός
πήδινος
πηδόν
πηδός
πῆδος
πηδύειν
πήθω
Πήιον
πηΐσκος
πήκασμα
πηκτή
πήκτης
πηκτικός
πηκτίς
πηκτόν
πηκτός
Πηλαγόνες
πῆλαι
πηλαῖος
πηλακίζω
πηλακισμός
πηλαμίς
Πήλαμος
πηλαμυδεία
πηλαμυδεῖον
πηλαμύδιον
πηλαμύς
πήλαξ
πηλάριον
πῆλε
Πηλεγών
Πηλεΐδας
Πηλεΐδης
Πηλείδης
Πήλειος
Πηλείων
Πηλεΐων
Πηλειωνάδε
Πηλεύς
πηλεφάνης
Πήλη
Πηληϊάδης
Πηλήϊος
Πήληκες
πήληξ
Πήληξ
Πηλιακός
Πηλιάς
πηλιδνός
πηλίκος
πηλικότης
πήλινος
Πήλιον
Πηλιωτικός
Πηλιῶτις
πηλοβάτης
Πηλοβάτης
πηλόγονος
πηλόδετος
πηλοδευστέω
…
πῆλε
Save
LSJ
Cunliffe Homer
πῆλε, v. πάλλω.
πῆλε
3 sing. aor. πάλλω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}