Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πήθω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πηγός
πηγυλίς
πῆδα
Πήδαιον
Πήδαιος
πηδάλιον
Πηδάλιον
πηδαλιόομαι
πηδαλιουργική
πηδαλιουχέω
πηδαλιουχία
πηδαλιοῦχος
πηδαλιώδης
πηδαλιωτός
Πήδασα
Πηδασέες
Πηδασία
Πήδασος
πηδάω
πηδέω
πηδηθμός
πήδημα
πήδησις
πηδητής
πηδητικός
πήδινος
πηδόν
πηδός
πῆδος
πηδύειν
πήθω
Πήιον
πηΐσκος
πήκασμα
πηκτή
πήκτης
πηκτικός
πηκτίς
πηκτόν
πηκτός
Πηλαγόνες
πῆλαι
πηλαῖος
πηλακίζω
πηλακισμός
πηλαμίς
Πήλαμος
πηλαμυδεία
πηλαμυδεῖον
πηλαμύδιον
πηλαμύς
πήλαξ
πηλάριον
πῆλε
Πηλεγών
Πηλεΐδας
Πηλεΐδης
Πηλείδης
Πήλειος
Πηλείων
Πηλεΐων
…
πήθω
Save
LSJ
πήθω,
= πάσχω, etym. of
πηρός,
Phlp.
in Cat.
180.24,
EM
671.1. (Inferred from
παθεῖν
.)
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}