Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πῆδος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πηγόμαλλος
πηγόρρυτος
πηγός
πηγυλίς
πῆδα
Πήδαιον
Πήδαιος
πηδάλιον
Πηδάλιον
πηδαλιόομαι
πηδαλιουργική
πηδαλιουχέω
πηδαλιουχία
πηδαλιοῦχος
πηδαλιώδης
πηδαλιωτός
Πήδασα
Πηδασέες
Πηδασία
Πήδασος
πηδάω
πηδέω
πηδηθμός
πήδημα
πήδησις
πηδητής
πηδητικός
πήδινος
πηδόν
πηδός
πῆδος
πηδύειν
πήθω
Πήιον
πηΐσκος
πήκασμα
πηκτή
πήκτης
πηκτικός
πηκτίς
πηκτόν
πηκτός
Πηλαγόνες
πῆλαι
πηλαῖος
πηλακίζω
πηλακισμός
πηλαμίς
Πήλαμος
πηλαμυδεία
πηλαμυδεῖον
πηλαμύδιον
πηλαμύς
πήλαξ
πηλάριον
πῆλε
Πηλεγών
Πηλεΐδας
Πηλεΐδης
Πηλείδης
Πήλειος
…
πῆδος
Save
Pape
πῆδος
, ὁ, od. ἡ, angeblich
eine Baumart
, s. πηδόν.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}