πήλαξ Save LSJ Bailly 2024 Pape πήλαξ, ακος, = πηλός, etym. of πηλακίζω, EM 669.49. πήλαξ, ακος, c. πηλός, EM. 669, 50. πήλαξ, ᾱκος, ὁ, ein Schmutzfinke, VLL leiten davon πηλακίζω ab.