πηλαμυδεία
πηλαμυδεία, tunny-fishery
πηλᾰμῠδ-εία, ἡ,
- tunny-fishery, Str. 12.3.19.
πηλαμυδεία, ας (ἡ) [ᾰῠ] pêche du thon, Str. 549.
Étym. πηλαμύς.
πηλαμυδεία, ἡ, der Fang der πηλαμύς, Strab. 12.3.19, v.l. πηλαμυδία.