πηκτή
πηκτή, a net
πηκτή, Dor. πακτά, ἡ, v. πηκτός.
πηκτή, ῆς (ἡ) v. πηκτός.
πηκτή, ἡ, dor. πακτά, s. πηκτός.
πηκτή
πηκτός
- Ia net or cage set to catch birds, Ar.
- IIcream-cheese, Theocr.