σατυρισμός
σᾰτῠρισμός, ὁ,
- = σατυρίασις, Hp. ap. Gal. 19.136 (but prob. f.l. for -ιασμός, cf. Hp. Aph. 3.26, Gal. 7.728).
σατυρισμός, οῦ (ὁ) [ᾰῠ] c. σατυριασμός, Gal. Lex. Hipp. 19, 136.
σατυρισμός, ὁ, = σατυρίασις, Galen.