σατυρίδιον Save Bailly 2024 Pape σατυρίδιον, ου (τὸ) [ᾰῠῐδ] petit satyre, Stratt. (Com. fr. 2, 787). Étym. dim. de σάτυρος. σατυρίδιον, τό, dim. von Σάτυρος, Strattis bei Ath. II.69a.