σατυριασμός
σατυριασμός, satyriasis (a disease)
σᾰτῠρι-ασμός, ὁ, v.l. for foreg. in Hp. l.c.
- 2 = foreg. 1, Ruf. Sat. Gon. 49.
σατυριασμός, οῦ (ὁ) [ᾰῠ] c. le préc. 3, Hpc. 1248e.
σατυριασμός, ὁ, = σατυρίασις, Medic.