σελινόσπερμον
σελινόσπερμον, celery seed
σελῑνόσπερμον, τό,
- celery seed, Gp. 8.30.
σελινό·σπερμον, ου (τὸ) [ῑ] graine de persil, Geop. 8, 30 ; A. Tr. 10, p. 571.
Étym. σέλινον, σπέρμα.
σελινόσπερμον, [ῑ], τό, Eppichsamen, Geop.