σεληνιάω
σελην-ιάω, poet. for σεληνιάζομαι, Ep. part. -ιόωντα (φῦλα βροτῶν) Man. 4.546.
σεληνιάω (seul. part. prés. épq. σεληνιόων) c. σεληνιάζω, Man. 4, 548.
σεληνιάω, poet. statt σεληνιάζω, σεληνιόωντα φῦλα βροτῶν Maneth. 4.546.