σιαλενδρίς Save LSJ Bailly 2024 σῐᾰλενδρίς, ίδος, ἡ, perh. = σιαλίς I, Call. Fr. 100c6. σιαλενδρίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] c. σιαλίς, Call. Étym. Hsch.