σίβδη Save LSJ Pape σίβδη, ἡ, Dor. -δᾱ, v. σίδη. σιβδία· σιδία, Hsch. σίβληθρα· πόπανα τὰ περικεκνισμένα, Id. σίβδη, ἡ, dor. statt σίδη, Callim. lav.Pall. 28.