σιαντία
σιαντία, nuisance
σῐαντ-ία, ἡ, (σιαίνω)
- nuisance, ἀπαλλαγῆναι τῆς σ. ταύτης POxy. 1855.13 (vi/vii A.D.); = fastidium, Gloss.
σιαντία, nuisance