σιδηρήεις Save LSJ Bailly 2024 Pape σῐδηρ-ήεις, εσσα, εν, poet. for σιδήρεος, Nic. Al. 51, Man. 1.313. σιδηρήεις, ήεσσα, ῆεν [ῐ] poét. c. σιδήρεος, Nic. Al. 51 ; Man. 1, 313. σιδηρήεις, εσσα, εν, poet. = σιδήρεος ; Nic. Al. 31 ; Man. 1.313.