σιδαροχάρμας
σιδαροχάρμας, delighting in steel
σιδαρο·χάρμας, v. σιδηροχάρμης.
σῐδᾱροχάρμας
- 1delighting in steel ἵππων τε σιδαροχαρμᾶν P. 2.2
σιδαροχάρμας, delighting in steel