σιδηροβόρος
σιδηροβόρος, a file
σῐδηρο-βόρος, ον,
- = σιδηροβρώς, σ. σίδηρος a file, Opp. C. 2.174.
σιδηρο·βόρος, ος, ον [ῐ] c. σιδηροβρώς, Opp. C. 2, 174.
σιδηροβόρος, = σιδηροβρώς, Opp. Cyn. 2.174.