σιδηρόπλαστος
σιδηρόπλαστος, moulded of iron
σῐδηρό-πλαστος, ον,
- moulded of iron, Luc. Ocyp. 164.
σιδηρό·πλαστος, ος, ον [ῐ] fabriqué en fer, Luc. Oc. 164.
Étym. σ. πλάσσω.
σιδηρόπλαστος, von Eisen gebildet, aus Eisen geformt, βάσις, ein Schuh zum Martern, Luc. Ocyp. 164.
σιδηρόπλαστος
σῐδηρό-πλαστος, ον,
- moulded of iron, Luc.