σιδηρόνωτος
σιδηρόνωτος, iron-backed
σῐδηρό-νωτος, ον,
- iron-backed, ἀσπίδος τύποι E. Ph. 1130.
σιδηρό·νωτος, ος, ον [ῐ] au dos de fer, Eur. Ph. 1130.
Étym. σίδηρος, νῶτος.
σιδηρόνωτος, mit eisernem Rücken, ἀσπίδος τύποι, Eur. Phoen. 1137.
σιδηρόνωτος
σῐδηρό-νωτος, ον,
- iron-backed, Eur.