σιδηροδάκτυλος
σιδηροδάκτυλος, iron-fingered
σῐδηρο-δάκτῠλος, ον,
- iron-fingered, κρεάγρη AP 6.101 (Phil.).
σιδηρο·δάκτυλος, ος, ον [ῐῠ] aux doigts de fer, Anth. 6, 101.
σιδηροδάκτυλος, eisenfingerig, mit eisernen Fingern, κρεάγρα, Philp. 13 (VI.101).
σιδηροδάκτυλος
σῐδηρο-δάκτῠλος, ον,
- iron-fingered, Anth.