About
Menu

σιτηγός

σιτηγός, transporting grain

σῑτηγός, όν, (ἄγω)
  • = σιταγωγός, σ. πλοῖα D. 50.20, D.S. 20.5; σ. τι (sc. πλοῖον) PCair.Zen. 31.2 (iii B.C.); τὰ σ. (sc. πλοῖα) Plu. Galb. 13.

Saved

Recent