σκηνίδιον
σκηνίδιον, little tent
σκην-ίδιον, τό, Dim. of σκηνή, Th. 6.37.
σκηνίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite tente, hutte, Thc. 6, 37.
Étym. dim. de σκηνή.
σκηνίδιον, τό, dim. von σκηνή, Thuc. 6.37.
σκηνίδιον, ου, τό,
Dim. of σκηνή, Thuc.