σκινθαρίζω
σκινθαρίζω, σκινθίζομαι, v. σκίνδαρος.
σκινθαρίζω, = σκιμαλίζω, nasenstübern, VLL ; bei Poll. 9.126 σκανθαρίζω ; bei Hesych. scheint σκινδαρεύω, σκινδαρέω, σκινδαρίζω dasselbe zu sein ; auch σκίνδαροι od. σκίνθαροι, τὰ προσκινήματα erkl., Phot. aber sagt σκίνδαρος ἡ ἐπανάστασις νυκτὸς ἀφροδισίων ἕνεκα.