σκινδαλμός Save Bailly 2024 Pape σκινδαλμός, οῦ (ὁ) petit éclat de bois, d’où subtilité, Diosc. 1, 17 ; Alciphr. 3, 64. Étym. cf. σκινδάλαμος. σκινδαλμός, ὁ, zsgzn statt σκινδάλαμος.