σκνιφαῖος
σκνιφαῖος, dark
σκνῑφαῖος, α, ον, (cf. σκνιπός (B))
- dark, σ. ὁδίτας a wanderer in the twilight, Theoc. 16.93 (v.l. σκνιπαῖος).
σκνιφαῖος, dark