σκληρώδης
σκληρ-ώδης, ες, contr. for σκληροειδής, Man. 4.325, cj. for ὀχληρώδης in Lucil. ap. Gell. 18.8.
σκληρώδης, ης, ες, c. σκληροειδής, Man. 4, 325.
Étym. σκληρός, -ωδης.
σκληρώδης, ες, zsgzn statt σκληροειδής, πέτρα, hart, Maneth. 4.325.