σκλήρωσις
σκλήρωσις, hardening
σκλήρ-ωσις, εως, ἡ,
- hardening, μολίβου PLeid.X. 1 (σλ- Pap.); κασσιτέρου ib. 24.
σκλήρωσις, εως (ἡ) c. σκλήρωμα, Moschion Mul. pass. 133.