σκολιαίνομαι
σκολιαίνομαι, grow crooked
σκολῐ-αίνομαι, Pass.,
- grow crooked, -αίνεται ῥάχις Hp. Art. 47 (cf. Gal. 18(1).553); ἐς τὸ ἔσω σ. οἱ σφόνδυλοι ib. 48.