σκοτερός
σκοτερός, ά, όν,
- = σκότιος, ὄρφνη Orph. A. 1042 (s. v.l.).
σκοτερός, ά, όν, poét. c. σκότιος, Orph. Arg. 1045.
Étym. σκότος ; pour la format. cf. νύκτερος et νύχιος, ζοφερός et ζόφιος, etc.
σκοτερός, = σκότιος, Orph. Arg. 1040 (vgl. νύκτερος, ζοφερός).