σκοτεία Save LSJ Bailly 2024 σκοτ-εία, ἡ, v.l. for σκοτία, LXX Mi. 3.6. σκοτεία, ας (ἡ) ténèbres, obscurité, Spt. Mich. 3, 6. Étym. σκότος.