σκοτόδινος
σκοτόδινος, dizziness
σκοτόδῑν-ος, ὁ,
- = σκοτοδινία, Hp. Aph. 4.17, Prorrh. 2.30, Aret. SD 1.2.
σκοτό·δινος, ου (ὁ) [ῑ] c. σκοτοδινία, Hpc. 1231a, 1249b, 109h.
σκοτόδινος, [ῑ], ὁ, = σκοτοδινία, Galen.