σκοτόμαινα
σκοτό-μαινα, ἡ,
- = σκοτομήνη, AP 13.12 (Hegesipp.): metaph., Aristid. Or. 22(19).11: Att. acc. to Hsch.
σκοτό·μαινα, ης (ἡ) c. σκοτομήνη, Anth. 13, 12 ; Sib. 5, 479, etc.
σκοτόμαινα, ἡ, att. = σκοτομήνη, Hegesipp. 6 (XIII.12); Lobeck Phryn. p. 499.
σκοτόμαινα, ἡ,
= σκοτομήνη, Anth.