σκωπαλέος Save LSJ Bailly 2024 σκωπᾰλέος, α, ον, cited as a parox. word in -αλεος, sine expl., by Hdn.Gr. 2.908. σκωπαλέος, α, ον [πᾰ] railleur, Hdn gr. π. μ. λ. p. 4. Étym. σκώπτω.